Αυτισμός, ΔΕΠΥ και χοροθεραπεία

Ψυχολογία

Ο χορός είναι μια από τις πιο αρχαιότερες μορφές τέχνης καθώς και έκφρασης των συναισθημάτων του ανθρώπου. Στο χορό συμμετέχει ο άνθρωπος ως Όλον ψυχή και σώμα. Μέσω της μουσικής ο άνθρωπος αφήνεται στο ρυθμό της χορεύοντας και ταυτόχρονα εκφράζει τα συναισθήματά του. Η κίνηση είναι μια συμπεριφορά. Έτσι λοιπόν, τα παιδιά με αυτισμό και τα παιδιά με ΔΕΠΥ μπορούν να επωφεληθούν από αυτήν σε μεγάλο βαθμό. Η χοροθεραπεία ως θεραπευτικός παράγοντας θεωρείται σημαντική στη βελτίωση πολλών τομέων στους οποίους τα παιδιά με ΔΕΠΥ και ΔΑΦ παρουσιάζουν ελλείψεις.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο αυτισμός δεν είναι μονογονιδιακή διαταραχή, αλλά πολυγονιδιακή. Σ’ αυτόν οφείλονται 300-600 γονίδια. Ο αυτισμός είναι μια νευροαναπτυξιακή διαταραχή. Νευροαναπτυξιακές Διαταραχές εννοούμε τη ΔΕΠΥ, τη Δυσλεξία, τη Δυσπραξία και την Ειδική Γλωσσική Διαταραχή. Η δυσλεξία, η ΔΕΠΥ, η Σχιζοφρένεια και η Διπολική Διαταραχή, βάση ερευνών στο εξωτερικό, είναι στο ίδιο γονιδιακό πλαίσιο. Σήμερα πολλοί λένε ότι τα άτομα με αυτισμό παρουσιάζουν αυτιστικά χαρακτηριστικά. Με τον όρο «χαρακτηριστικά» εννοούμε χαρακτηριστικά προσώπου και σώματος, όπως αυτά εμφανίζονται στο σύνδρομο Down, Williams-Beuren, FragileX, AngelmanSyndrome κ.ά.

Στον αυτισμό δεν υπάρχουν ως τώρα χαρακτηριστικά, αλλά αυτιστικά συμπτώματα. Μπορεί ο αυτισμός να εμφανίζεται και σε άλλα γενετικά και αναπτυξιακά σύνδρομα, όπως το Σύνδρομο Rett (Wulffaertetal,2009) , Σύνδρομο Εύθραυστου Χ (FragileX) (Abbedutoetal, 2014), Σύνδρομο Laundau- Klefner (Επίκτητη Επιληπτική Αφασία) (Zehleetal, 2012), Σύνδρομο Williams-Beuren (Klein-Tasmanetal, 2009), Σύνδρομο Tourette (Kernetal, 2015), Σύνδρομο DAMP (Wing, 2000), και Σύνδρομο Heller (Childhood Disintegrative Disorder- Παιδική Αποδιοργανωτική Διαταραχή) (Zwaigenbaum, etal, 2000).

Ο όρος «Διαταραχές Αυτιστικού Φάσματος» αναφέρεται σε μια ομάδα νευροαναπτυξιακών διαταραχών, οι οποίες εμφανίζονται κάποια στιγμή κατά την πορεία της ανάπτυξης του παιδιού στην πρώιμη παιδική του ηλικία, αλλά παραμένουν σε ολόκληρη τη ζωή του και οφείλονται σε αναπτυξιακές δυσλειτουργίες του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος. Πρόκειται για πολύπλοκες διαταραχές, οι οποίες επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο το άτομο αλληλεπιδρά με τον κόσμο και το περιβάλλον γύρω του. Τα άτομα με σοβαρές διαταραχές χαρακτηρίζονται ως άτομα χαμηλής λειτουργικότητας, ενώ στην άλλη άκρη του φάσματος, βρίσκονται άτομα με ελαφρύτερη συμπτωματολογία, τα οποία χαρακτηρίζονται ως άτομα υψηλής λειτουργικότητας.

Τα παιδιά με σοβαρότερες διαταραχές μπορεί να έχουν συνεχή βελτίωση και πρόοδο, όμως, συνήθως, δεν μπορούν να αυτονομηθούν και έχουν ανάγκη από συνεχή φροντίδα και επίβλεψη. Η έννοια του φάσματος υποδηλώνει την ύπαρξη διαβαθμίσεων και την ποικιλία κλινικής έκφρασης. Χαρακτηριστικά όπως είναι η διαφορετική νοημοσύνη, ο διαφορετικός βαθμός βαρύτητας της διαταραχής κι ο βαθμός λειτουργικότητας του ατόμου, αποτελούν παράγοντες στους οποίους οφείλεται η ανομοιογένεια των περιπτώσεων που υπάγονται στο φάσμα του αυτισμού και η μεγάλη ποικιλία κλινικής έκφρασης. Ακόμα και στο ίδιο άτομο με αυτισμό, η εικόνα μπορεί να αλλάζει ανάλογα με την ηλικία και τη νοητική ικανότητα του συγκεκριμένου ατόμου (Francis, 2012).

Η «Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής – Υπερκινητικότητα» είναι μια αναπτυξιακή διαταραχή, οργανικής αιτιολογίας – σύμφωνα με τα περισσότερα ερευνητικά δεδομένα-, η οποία ασκεί αρνητική επίδραση σε πολλούς τομείς της λειτουργικότητας του παιδιού και προκαλεί σοβαρές και επίμονες δυσκολίες τόσο στο ίδιο το παιδί όσο και στο οικογενειακό και στο ευρύτερο κοινωνικό του περιβάλλον. (Κάκουρος, 2001). Ορισμένα παιδιά παρουσιάζουν υπερβολική ενεργητικότητα και κινητική δραστηριότητα συγκριτικά με τα συνομήλικά τους. Η ικανότητά τους να διατηρούν την προσοχή και το ενδιαφέρον τους στη δραστηριότητα με την οποία ασχολούνται και να φέρουν σε πέρας τα καθήκοντα τα οποία τους ανατίθενται είναι εξαιρετικά μειωμένη.

Επιπλέον, η παρορμητική συμπεριφορά τους αποκλίνει σημαντικά σε ένταση και συχνότητα από παρόμοιες μορφές συμπεριφοράς των συνομηλίκων τους. Πολλές φορές επίσης παρουσιάζουν αντιδραστική συμπεριφορά και έλλειψη συνεργατικής διάθεσης. Γενικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα παιδιά αυτά, αν και έχουν φυσιολογική νοημοσύνη, συχνά δυσκολεύονται πολύ να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του περιβάλλοντος και δεν συμπεριφέρονται με ανάλογο τρόπο του αναπτυξιακού τους επιπέδου (Κάκουρος, 2001).

Η χοροθεραπεία είναι μια δημιουργική ψυχοθεραπεία. Η κίνηση του σώματος και ο χορός είναι η έκφρασή του. Μέσα από αυτήν τη μέθοδο θεραπείας, γίνεται από το άτομο προσπάθεια να επιτευχθεί αλλαγή στο φυσικό, συναισθηματικό και νοητικό κομμάτι του, που δέχεται τη θεραπεία. Ο χορός αποτελεί μια γλώσσα που είναι πλήρης, δηλαδή φέρει μια έντονα θεραπευτική ικανότητα μέσω του συμβολισμού. Εάν ο χορός εκμεταλλευτεί αυτήν την ιδιότητά του, τότε λέγεται χοροθεραπεία (Schott-Billmann, 1998· Zubala & Karkou, 2014).

ΟΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΟΜΟΙΟΤΗΤΕΣ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΜΕΤΑΞΥ ΑΥΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΔΕΠΥ

Η Zayat και οι συνεργάτες της (2011) αναφέρουν ότι υπάρχουν πολλές ομοιότητες μεταξύ αυτών των δύο νευροαναπτυξιακών διαταραχών. Επίσης, αναφέρουν ότι υπάρχουν και σημαντικές διαφορές μεταξύ των παιδιών που φέρουν τη διάγνωση αυτών των δύο διαταραχών. Βάση των επιδόσεων στη λεκτική κλίμακα της δοκιμασίας WISC-IV, οι διαφορές υπάρχουν στην κοινωνική κρίση και στη λεκτική έκφραση.

Βέβαια υπάρχουν και σε άλλους τομείς διαφορές, οι οποίες έχουν μελετηθεί από διάφορους ερευνητές. Ως γνωστόν, στον αυτισμό υπάρχουν αρκετά προβλήματα λόγου (πραγματολογία, προσωδία, μεταφορικός λόγος, σημασιολογία, σύνταξη, ιδιοσυγκρασιακός λόγος κ.ά.), (Botting & Ramsen, 1999·Durrlemanetal, 2015· Kamioetal, 2007·Norbury, 2005· Persickeetal, 2012· Rundblad & Annaz, 2010· Shribergetal, 2001· Volden & Lord, 1991·Vulchanovaetal, 2015· Youngetal, 2005), προβλήματα στην επικοινωνία (Schopler & Mesibov, 1985· Vulchanovaetal, 2015), στην κοινωνική συνδιαλλαγή, (Santosh & Mijovic, 2004· Tavulari, 2004), στις σχέσεις, στην έκφραση των συναισθημάτων, στη βλεμματική επαφή (Sinzig et al., 2008). Μερικές μελέτες έχουν δείξει τις δυσκολίες στην ανάλυση των μεταφορών στην γλώσσα σε άτομα με αυτισμό (Gernsbacher & Pripas-Kapit, 2012· Happe, 1995· Lyons & Fitzgerald, 2004· MacKay & Shaw, 2004·Nikolaenko, 2004· Norbury, 2005·Rundblad & Annaz, 2010·Whyte, 2012). Τα αποτελέσματα δείχνουν μια κυριολεκτική ανάλυση της μεταφορικής γλώσσας, ακόμα κι αν αυτά τα άτομα είχαν καλές επιδόσεις σε άλλες γλωσσικές πτυχές.

Αυτή η δυσκολία είναι επίσης προφανής (πιθανόν να σχετίζεται) στο συμβολικό παιχνίδι. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι εάν οπτικοποιήσουμε και δείξουμε τη μεταφορά/μεταφορική γλώσσα στα άτομα με αυτισμό, τότε δεν θα έχουν πρόβλημα ή να δυσκολευτούν. Όμως, στον προφορικό λόγο μπορεί να αποτελέσει πρόβλημα, καθώς θα είναι «αόρατη». Από την άλλη πλευρά, σε αντίθεση έρχονται τα αποτελέσματα της έρευνας των Kasirer & Mashal (2014) που δείχνουν παρόμοιες επιδόσεις στην κατανόηση των συμβατικών και καινούριων μεταφορών και στις δύο ομάδες (άτομα με αυτισμό και άτομα τυπικής ανάπτυξης), ενώ οι ενήλικες με ΔΑΦ παρήγαγαν περισσότερες δημιουργικές μεταφορές σε σχέση με την ομάδα ελέγχου.

Έτσι λοιπόν, η εν λόγω μελέτη των δύο ερευνητών επισημάνει ότι υπάρχει μια μοναδική λεκτική δημιουργικότητα στον αυτισμό. Επιπλέον, υπάρχουν αισθητηριακά προβλήματα (υπερευαισθησία) (Kernetal, 2006) και στερεοτυπικές συμπεριφορές (Kennedyetal, 2000). Από την άλλη πλευρά, στη ΔΕΠΥ τα παιδιά εμφανίζουν σε μεγάλο βαθμό κινητική υπερδραστηριότητα και λιγότερο αισθητηριακά προβλήματα (Hartley & Sikora, 2009).

Η Mayesκαι οι συνεργάτες της (2012) στην έρευνά τους υποστηρίζουν ότι ο αυτισμός και η ΔΕΠΥ είναι νευροβιολογικές διαταραχές που έχουν ίδια ελλείμματα σε νευροψυχολογικό επίπεδο (όπως ο σχεδιασμός, η λήψη αποφάσεων, η αναστολή, και η μνήμη εργασίας) (π.χ. Rommelse et al., 2011). Αυτές οι διαταραχές μπορούν εύκολα να διακριθούν μεταξύ τους βάση του προφίλ συμπτωμάτων που εκδηλώνουν τα παιδιά με τις εν λόγω διαταραχές σε επίπεδο συμπεριφοράς. Ένα αρκετό ποσοστό των παιδιών με ΔΕΠΥ (20-50%) πληρούν τα κριτήρια για να διαγνωστούν με αυτισμό και αντίστροφα.

Δηλαδή, ένα αρκετό ποσοστό των παιδιών με αυτισμό (30-80%) πληρούν τα κριτήρια για να διαγνωστούν με ΔΕΠΥ (Gadow et al, 2009· Grzadrinski, 2010·Rommelse et al, 2010· Simonoff et al, 2008· Sturm et al, 2004). Έτσι λοιπόν, η ΔΕΠΥ παρεμποδίζει τη διάγνωση του αυτισμού σ’ ένα αρκετό ποσοστό παιδιών (APA, 2000· Goldstein & Schwebach, 2004· Hartley & Sikora, 2009 ).

Επιπλέον, ομοιότητες φαίνεται να υπάρχουν και στις δυσκολίες που παρουσιάζουν παιδιά με αυτές τις δύο νευροαναπτυξιακές διαταραχές στην αναγνώριση και στην ερμηνεία των συναισθηματικών εκφράσεων του προσώπου και στις χειρονομίες που χρησιμοποιούν οι άλλοι. (Aspan, et al, 2014·Γιαννοπούλου, 2012· Chronaki et al, 2013·Hughes, et al, 2000· Leitner, 2014· Oerlemans et al, 2014). Σε αντίθεση έρχονται τα αποτελέσματα της έρευνας της Schwenck και των συνεργατών της (2013) που δείχνουν ότι η ΔΕΠΥ δεν σχετίζεται με ελλείμματα στην αναγνώριση των συναισθημάτων. Ομοιότητες μπορούμε να πούμε ότι παρουσιάζονται και στις δύο διαταραχές στο κομμάτι των κοινωνικών σχέσεων.

Τα παιδιά με ΔΕΠΥ και ΔΑΦ παρουσιάζουν δυσκολίες στην κοινωνικοποίηση σε διάφορα περιβάλλοντα, όπως για παράδειγμα στο προαύλιο του σχολείου και στην παιδική χαρά της γειτονιάς (Bagwelletal, 2001·Γιαννοπούλου, 2012· Hozaetal, 2005·Hoza, 2007· Huang-Pollocketal, 2009·Humphreys, etal, 2015·Kimetal, 2015·Kofleretal, 2011·Mee, 2011·Mikami, 2010·Myers, 2008· Nijmeijeretal, 2008· Richetal, 2009). Θα άξιζε να αναφερθεί μια ακόμη σημαντική ομοιότητα σε αυτές τις δύο διαταραχές. Η ομοιότητα είναι ότι οι δύο αυτές διαταραχές χαρακτηρίζονται και από ελάχιστη κοινωνική ευαισθησία ή ενσυναίσθηση (Θεωρία του Νου) που αναφέρεται στο ενδιαφέρον των άλλων π.χ. αν είναι καλά, τι κάνουν, πώς νιώθουν κ.ά. (Amen & Johnson, n.d.· Marton, etal, 2009). Από την άλλη πλευρά, στην έρευνα τους οι Sodian & Hulsken (2005) υποστηρίζουν ότι υπάρχουν αρκετές διαφορές ανάμεσα στις δύο αυτές διαταραχές όσον αφορά τη διαδικασία ανάπτυξης των ελλειμμάτων στις δεξιότητες που έχουν να κάνουν με την Θεωρία του Νου (ΘτΝ).

Από την πλευρά του αυτισμού ο Attwood (2012:167) αναφέρει ότι «….Η άποψη ότι δεν έχουν ενσυναίσθηση, δεν αναγνωρίζουν ή δεν ενδιαφέρονται για τα συναισθήματα των άλλων είναι τεράστια προσβολή για τα άτομα με Σύνδρομο Αsperger. Το άτομο ενδιαφέρεται βαθιά, αλλά μπορεί να δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τα δυσδιάκριτα σημάδια των συναισθηματικών καταστάσεων ή να «διαβάσει» τις πολύπλοκες ψυχικές καταστάσεις». Αυτή η δυσκολία λοιπόν, οδηγεί στο αποτέλεσμα της δυσκολίας των παιδιών για ένταξη σε ομάδες της ηλικίας τους, καθώς και σε συμμετοχή σε ομαδικές δραστηριότητες στο σχολικό περιβάλλον.

ΑΥΤΙΣΜΟΣ, ΔΕΠΥ ΚΑΙ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ

Υπάρχουν εκπαιδευτικοί οι οποίοι δεν έχουν τις επαρκείς γνώσεις σχετικά με τον αυτισμό. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για τους γονείς των παιδιών με αυτισμό. Πολλές φορές οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί αδυνατούν να κατανοήσουν πvς λειτουργεί το παιδί με αυτισμό. Αυτό οδηγεί τους ίδιους στη νευρικότητα και στην παραμέληση του αυτιστικού παιδιού. Οι γονείς, για να ηρεμήσουν το παιδί, καταφεύγουν σε ψυχιάτρους, ώστε να συνταγογραφήσουν στα παιδιά τους ψυχοφάρμακα. Στην ουσία όμως τα ψυχοφάρμακα δεν μειώνουν την επιθετική συμπεριφορά που εκδηλώνουν τα αυτιστικά παιδιά.

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, τα αυτιστικά παιδιά παρουσιάζουν προβλήματα στο λόγο. Υπάρχουν και περιπτώσεις που δεν αναπτύσσουν καθόλου λόγο. Προκείμενου τα αυτιστικά παιδιά να επικοινωνήσουν με το περιβάλλον τους (γονείς και εκπαιδευτικούς), χρησιμοποιούν τη συμπεριφορά τους. Άρα λοιπόν, η συμπεριφορά είναι μια μορφή επικοινωνίας σε ένα παιδί με αυτισμό που δεν παράγει λόγο.

Η Wing (1993) αναφέρει ότι οι δυσκολίες αρχίζουν, όταν έχει ξεσπάσματα νεύρων, όταν έχει τάσεις φυγής, όταν δημόσια φωνάζει δυνατά, όταν δαγκώνει ή χτυπά τους ανθρώπους, όταν αρπάζει πράγματα από τα καταστήματα, όταν κάνει αφελείς και αμήχανες παρατηρήσεις, όταν δεν κάνει σωστή χρήση τουαλέτας, όταν δε συνεργάζεται, όταν αυτοτραυματίζεται, όταν χτυπάει το κεφάλι του, δαγκώνει το χέρι του, όταν τρώει πράγματα που δεν τρώγονται. Όλα αυτά που αναφέρει η LornaWing είναι μια επικοινωνία.

Για παράδειγμα, όταν οι γονείς δίνουν στο αυτιστικό παιδί τους ψυχοφάρμακα, εκείνο δεν νιώθει καλά, νιώθει πως κάτι αλλάζει το σώμα του. Με αυτό τον τρόπο φέρεται επιθετικά προς το γονέα, προκειμένου να του δείξει ότι κάτι δεν πάει καλά. Ο γονέας όμως σε αυτή την κατάσταση, που πολλοί ονομάζουν Meltdown, αγγίζει το παιδί του, το βάζει με το ζόρι στην αγκαλιά του, ενώ το παιδί δεν θέλει.

Από την πλευρά της ΔΕΠΥ, υπάρχουν πολλά επιστημονικά δεδομένα που αποδεικνύουν τον ισχυρό δεσμό μεταξύ επιθετικότητας και δυσκολιών προσοχής. (π.χ. Ercanetal, 2014· Tutian & Shechtman, 2015). Ανυπακοή σε συμβουλές γονέων και δασκάλων, λεκτική επιθετικότητα και κακή διαχείριση του θυμικού απαντώνται συχνά σε παιδιά με δυσκολίες προσοχής. Τα υψηλά επίπεδα επιθετικότητας των παιδιών αυτών τα εμπλέκουν σε μία αέναη κόντρα με τους γονείς, τους δασκάλους και τους συνομηλίκους τους, ενώ συχνά τα εκθέτουν στην κοινωνική απόρριψη, λόγω της ενοχλητικής τους συμπεριφοράς και της αδυναμίας τους να κατανοήσουν πώς η συμπεριφορά τους επηρεάζει το κοινωνικό τους περιβάλλον (Blachman & Hinshow, 2002).

Πολλά παιδιά με ΔΕΠΥ είναι πολύ πιθανό να εμφανίσουν Εναντιωματική Προκλητική Διαταραχή (ΕΠΔ) (Ghanizadeh, 2011). Ο Flippin (n.d.) υποστηρίζει ότι το 40% των παιδιών με ΔΕΠΥ αναπτύσσουν επίσης Εναντιωματική Προκλητική Διαταραχή (ΕΠΔ), μια κατάσταση που χαρακτηρίζεται από χρόνια επιθετικότητα και συχνές εκρήξεις. Τα παιδιά αυτά έχουν την τάση να τσακώνονται, να αγνοούν ό,τι τους ζητούν και να εμφανίζουν μια εκ προθέσεως ενοχλητική συμπεριφορά.

Τα παιδί με ΔΕΠΥ, που εμφανίζει ΕΠΔ, με τη συμπεριφορά του επηρεάζει πάρα πολύ την ψυχολογία της οικογένειας. Η συζυγική σχέση των δύο γονιών μπορεί να υποστεί μεγάλα προβλήματα, όπως καυγάδες και διαζύγιο. Κάτι τέτοιο όμως μπορεί να κάνει χειρότερη τη συμπεριφορά του παιδιού με ΔΕΠΥ και ΕΠΔ. Ο Flippin (n.d., para. 8) αναφέρει ότι «…Η θλιβερή πραγματικότητα είναι ότι οι στρατηγικές πειθαρχίας που λειτουργούν με τα φυσιολογικά παιδιά απλά δεν λειτουργούν με τα εναντιωματικά παιδιά». Επιπλέον, εάν τα παιδιά με ΔΕΠΥ και ΕΠΔ δεν λάβουν κάποια θεραπεία, τότε η ΕΠΔ είναι πολύ πιθανό να πάει στο επόμενο στάδιο, το οποίο είναι η Διαταραχή Διαγωγής (Δ.Δ.), ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα συμπεριφοράς που τα συμπτώματά του είναι η σωματική βία, τάσεις φυγής από το σπίτι και η παραβατική συμπεριφορά.

Αρκετοί επιστήμονες αναφέρουν μέσα από έρευνές τους ότι η ΔΕΠΥ με τη Διαταραχή Διαγωγής έχουν κοινούς παράγοντες αιτιολογίας, καθώς και ίδιο βιολογικό υπόστρωμα. Σύγχρονες νευροβιολογικές μελέτες σε παιδιά με Διαταραχές Διαγωγής, δείχνουν ότι τα παιδιά με Διαταραχές Διαγωγής έχουν δυσκολία στο να κάνουν συσχετίσεις μεταξύ συμπεριφορών και αρνητικών και θετικών συνεπειών, καθώς αισθάνονται μειωμένη ευαισθησία στην τιμωρία και την ανταμοιβή (Matthys, etal, 2012).

Έτσι η προσπάθεια για επίλυση προβλημάτων είναι μειωμένη λόγω ελλείψεων στην αναστολή, την προσοχή, τη νοητική ευελιξία, και τη λήψη αποφάσεων. Κατά συνέπεια, τα παιδιά και οι έφηβοι με Διαταραχή Διαγωγής μπορεί να έχουν δυσκολία να μάθουν πώς να βελτιστοποιήσουν τη συμπεριφορά τους σε περιβάλλοντα που αλλάζουν (Matthys et al, 2012). Άρα λοιπόν, πολλά από τα συμπτώματα των Διαταραχών Διαγωγής που αναφέρθηκαν, υπάρχουν και στη ΔΕΠΥ (Barkleyetal, 2004· Κακούρος & Μανιαδάκη, 2006·Mordre, etal, 2011·Satterfieldetal, 2007).

ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ

Για τη διαχείριση όλων αυτών των συμπτωμάτων που αναλύθηκαν παραπάνω υπάρχουν τρία είδη θεραπευτικής παρέμβασης (Davis & Kollins, 2012). Το πρώτο είδος θεραπευτικής παρέμβασης είναι η φαρμακευτική αγωγή (Aman & Langworthy, 2000·Handenetal, 2000·King & Bostic, 2006·Santoshetal, 2006· Winketal, 2010). Το δεύτερο είδος θεραπευτικής παρέμβασης είναι διάφορες συμπεριφορικές τεχνικές, όπως η μέθοδος «Εφαρμοσμένη Ανάλυση Συμπεριφοράς» (ABA), και το τρίτο είδος θεραπευτικής παρέμβασης είναι οι τεχνικές ανάπτυξης κοινωνικών δεξιοτήτων. (Βέβαια το δεύτερο και το τρίτο είδος παρέμβασης εντάσσονται στις ψυχοικοινωνικές παρέμβασεις) (Davis & Kollins, 2012· Dawson & Burner, 2011·Knightetal, 2008· Pelham, etal, 1998). Πολλοί ειδικοί συνήθως χρησιμοποιούν το δεύτερο και το τρίτο είδος θεραπευτικής παρέμβασης σε παιδιά που εμφανίζουν τις εν λόγω διαταραχές. Επίσης, υπάρχουν και άλλα είδη θεραπευτικών παρεμβάσεων, όπως η άσκηση, η μουσικοθεραπεία, η παιγνιοθεραπεία, η χοροθεραπεία και η δραματοθεραπεία.

Η ΧΟΡΟΘΕΡΑΠΕΙΑ ΩΣ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΟ ΜΕΣΟ ΣΤΟΝ ΑΥΤΙΣΜΟ ΚΑΙ ΣΤΗ ΔΕΠΥ

«Ο χορός χρησιμοποιεί το σώμα για να επικοινωνήσει, διότι είναι μη λεκτική επικοινωνία» (Reppa, 2011, p. 4). Η ανάπτυξη του ανθρώπινου μυαλού βοηθά τον άνθρωπο στο να ανακαλύπτει νέες μεθόδους επικοινωνίας, που γίνονται με τη γλώσσα του σώματος. Όταν κάποιος δυσκολεύεται στο να εκφράσει αυτά που νιώθει με τις λέξεις, τα δείχνει μέσα από το χορό (Reppa, 2011).

Έτσι, η χοροθεραπεία επιτυγχάνει αλλαγές στο φυσικό (σωματικό), συναισθηματικό και νοητικό τομέα, καθώς και στην κοινωνική συμπεριφορά του ατόμου, προάγοντας την προσωπική ανάπτυξη, την ευεξία, την υγεία, το συντονισμό και τον τόνο των μυών, τη μνήμη, τα κίνητρα, και την αντιμετώπιση σε καταστάσεις θυμού, απογοήτευσης και απώλειας. Στην πάροδο των αιώνων, οι άνθρωποι σε πολλούς πολιτισμούς έχουν χρησιμοποιήσει το χορό για να μεταδώσουν ιστορίες, να εκφράσουν ισχυρές συγκινήσεις, να διατηρήσουν κοινοτικούς δεσμούς και να γιορτάσουν σημαντικά γεγονότα.

Είναι γνωστό πως η κατανόηση και ο έλεγχος των λέξεων τοποθετείται στο αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου, ενώ ο τρόπος παρουσίασής τους, η μελωδία τους επεξεργάζονται στο δεξιό ημισφαίριο, έτσι ώστε όταν χορεύουμε με τα πόδια χορεύουμε επίσης με τον εγκέφαλο, διότι ο εγκέφαλος δεν αντιτίθεται στο σώμα. Άλλωστε δεν χορεύουμε μόνο με το σώμα μας, αλλά και με την ψυχή μας, την καρδιά μας, το μυαλό μας, καλώντας παραστάσεις από το συνειδητό και το ασυνείδητο. Γεγονός που μας βοηθάει να καταλάβουμε πως ο χορός δεν είναι απλά το μέσο της επανασύνδεσης σώματος-πνεύματος, αλλά είναι μια δραστηριότητα που μπορεί να χρησιμοποιήσει τις ιδιότητες του εγκεφάλου για να συνδέσει, μέσω του αντιλαμβανόμενου ρυθμού, το μέσα και το έξω, δηλαδή το άτομο και τον κόσμο, θεμελιώδης στοιχείο στην ψυχοθεραπεία ( Hornthal, 2015·Schott-Billmann, 1998· Treefoot; 2008).

Η χρήση του χορού ως θεραπευτικό εργαλείο θεμελιώθηκε στην ιδέα ότι σώμα και μυαλό είναι εντελώς ενοποιημένα (π.χ. Berrol, 1992·Blank, 2009·Kleinman, 2013). Οι θεράποντες χορού ή χοροθεραπευτές εκτιμούν ότι τα διανοητικά και συναισθηματικά προβλήματα συχνά αιχμαλωτίζονται στο σώμα υπό τη μορφή έντασης των μυών και περιορισμένων σχεδιασμών κίνησης και παράλληλα πως η κατάσταση του σώματος μπορεί να επηρεάσει τη στάση, τη συμπεριφορά και τα συναισθήματα, θετικά αλλά και αρνητικά. Συμπεριφορές έκφρασης, επικοινωνίας και προσαρμογής εξετάζονται θεραπευτικά είτε σε ατομικό επίπεδο είτε σε ομαδικό γκρούπ (Τσιρογιάννη, 2014).

Υπάρχουν πέντε ειδών τεχνικών-θεραπευτικών μεθόδων. Αυτές είναι: η BarreAstié, η Feldenkrais, το BodyMindCentering, η τεχνική Alexander και η AxisSyllabus(Τσιρογιάννη, 2014). Στη χοροθεραπεία έχουμε δύο κατηγορίες θεραπευτικών μεθόδων, που ανάλογα το θέμα βασίζονται λιγότερο ή περισσότερο στην ατομική θεραπεία, στην ομαδική ή σε ένα συνδυασμό. Οι κατηγορίες είναι η πρωτόγονη έκφραση και χοροκινητική θεραπεία. Στην πρωτόγονη έκφραση οι συνεδρίες γίνονται πάντα σε ομάδες και αυτός που χορεύει είναι πάντοτε μέλος ενός μεγαλύτερου συνόλου. Μάλιστα ο χορευτής – ασθενής ακολουθεί τις φωνητικές και κινητικές εντολές που του δίνει ο χοροθεραπευτής του μέσα σε ένα αρκετά αυστηρό και οριοθετημένο πλαίσιο, στο οποίο όλοι οι συμμετέχοντες κάνουν το ίδιο υπό τον ήχο κρουστών οργάνων.

Η αίσθηση της δύναμης της δεμένης ομάδας, του συνόλου, η συμμετρικότητα των κινήσεών τους και ο συγχρονισμός πολλές φορές, οι συμβολικές κινήσεις που κάνουν ορισμένες φορές υπό τον ήχο μάλιστα των κρουστών παραπέμπει στις θεραπευτικές τεχνικές πρωτόγονων λαών, κι αυτός ο συνδυασμός όλων είναι που οδηγεί στην αποτελεσματικότητα της θεραπείας (Αλκαλάη, 2004).

Ο χοροθεραπευτής χρησιμοποιεί συγκεκριμένες παρεμβατικές τεχνικές ανάλογα με την προσωπικότητα του κάθε παιδιού και την αδυναμία του. Παραδείγματος χάρη, ερέθισμα σε ένα υποκινητικό παιδί η προσοχή και εστίαση σε κάποιο υπερκινητικό παιδί, προσφέρεται μέσα σε μια αμοιβαία κινητική αλληλεπίδραση (π.χ. Burns, 1995·Grönlund, etal, 2005·Mackay, 1994·Noble, 1992· Panetal, 2009· Redeman, 2007·Wegrich, 1993· Ζάχος, 2014).

Επιπροσθέτως, ο χοροθεραπευτής μπορεί να συμπεριλάβει και τους γονείς μέσα στη θεραπευτική διαδικασία, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να συναλλαγούν με τα συναισθήματα που έχουν για το παιδί τους, όπως επίσης να τους προσφέρει τεχνικές για μια πιο ενημερωμένη και υγιή σχέση γονέα – παιδιού (Cornman, 1997· Daigle, 1993·Diamond, 1996·Slayton, 2000· Ζάχος, 2014). Υπάρχει και το Contact Improvisation, μια μεταμοντέρνα μορφή χορού που βασίζεται στη μεταφορά του βάρους του σώματος, ενσωματώνοντας τη φυσική και συναισθηματική σύνδεση/κατανόηση μεταξύ του μυαλού και του σώματος. (Humphrey, 2008· Tico, 2012).

Τα αυτιστικά παιδιά χαρακτηρίζονται από την αδυναμία τους να διαμορφώσουν διαπροσωπικές σχέσεις και να αλληλεπιδράσουν κατάλληλα με το περιβάλλον. Συχνά χωρίς να μιλάνε, αυτά τα παιδιά μπορεί να απασχολούνται με παράξενες, επαναλαμβανόμενες κινητικές συμπεριφορές, οι οποίες αυξάνουν την απομόνωσή τους. Ο χοροθεραπευτής χρησιμοποιεί την κίνηση του σώματος για να έρθει σε επαφή και να δημιουργήσει μία θεραπευτική σχέση με το παιδί. Χαρακτηριστικά στοιχεία της κίνησης του παιδιού είναι ο καθρεπτισμός της κίνησης (π.χ. Collins, 2012· Kochetal, 2014· McGarry & Russo, 2011· Srinivasan & Bhat, 2013·Ζάχος, 2014), η δημιουργία κάποιας προσωπικής του σειράς κινήσεων η οποία το καθησυχάζει λόγω της οικειότητας και της αποδοχής που έχει το παιδί με αυτή.

Ξεκινώντας από αυτή τη μοναδική κινητική συμπεριφορά, ο κινητικός θεραπευτής συναντά το παιδί σε ένα πρωταρχικό, μη λεκτικό επίπεδο και από εκεί το παιδί μπορεί να εξελιχθεί, αυξάνοντας την αυτογνωσία του και ανακαλύπτοντας νέες ικανότητες για να αντιμετωπίσει το περιβάλλον (Ζάχος, 2014). Επιπλέον, πρόσφατες έρευνες απέδειξαν ότι η χοροθεραπεία μπορεί να ενισχύσει την ενσυναίσθηση (Berrol, 2006·Lanzillo, 2009∙ McGarry & Russo, 2011∙Samborsky, 2014).

Τα οφέλη της χοροθεραπείας ως θεραπευτικό μέσο σε παιδιά και ενήλικες με νευροαναπτυξιακές διαταραχές είναι πολλά. Μερικά από αυτά είναι: η ανάπτυξη της κιναισθητικής οξύτητας, στις εκφράσεις του προσώπου, στην κινητικότητα, στη σωστή στάση του κορμού, στη βελτίωση του συντονισμού και ελέγχου των σωματικών κινήσεων, στη μείωση της αυτοαπομόνωσης (κυρίως στον αυτισμό), στην ενίσχυση και διατήρηση της μνήμης και στην ψυχολογία (Bullivant, 1989∙ Castais, 1987∙ Devereaux, 2012∙DeVries, 2001∙ Diamond, 1996∙Economou, 1996∙Ferrara, 1988∙ Gonzales, 1994∙ Hagen, 1989∙ Hartshornetal, 2001∙ Hedson, 1995∙ Kohler, 1999∙ Martin, 2014∙ Mateos-Moreno & Atencia-Dona, 2013∙Merna, 2010∙ Raynor, 1995∙ Scharf-Ratner, 1997∙ Scharounetal, 2014∙ Siegel, 1973∙ Stent, 1994∙Tolotti, 1988).

ΣΥΖΗΤΗΣΗ-ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι τα παιδιά με Διαταραχές Αυτιστικού Φάσματος σε σχέση με τα παιδιά με ΔΕΠΥ εμφανίζουν κοινά συμπτώματα απροσεξίας, υπερκινητικότητας/ ή και παρορμητικότητας. Η χοροθεραπεία θεωρείται ένας βασικός θεραπευτικός παράγοντας για τα παιδιά που έχουν τις εν λόγω διαταραχές. Είναι γνωστό πως τα παιδιά με ΔΕΠΥ και ΔΑΦ έχουν και μαθησιακές δυσκολίες. Ο χοροθεραπευτής μπορεί να βοηθήσει τα παιδιά να βελτιώσουν μερικές δεξιότητες, όπως ο κινητικός συντονισμός, η γλώσσα, η συγκέντρωση, η προσοχή και η μνήμη.

Τα παιδιά με ΔΕΠΥ αρκετές φορές εμφανίζουν απογοήτευση, απροθυμία και παθητικότητα για οποιαδήποτε δραστηριότητα και ανάρμοστη συμπεριφορά, λόγω της χαμηλής αυτοεκτίμησης που προκαλείται από το χάσμα ανάμεσα στις προσδοκίες των γονέων και των εκπαιδευτικών. Ο ρόλος της χοροθεραπείας σε τέτοιες ψυχολογικές καταστάσεις που αντιμετωπίζουν τα παιδιά με ΔΕΠΥ είναι ιδιαίτερα σημαντικός.

Ως προς τις επαναλαμβανόμενες, συμπεριφορές ή κινήσεις που συχνά συνοδεύουν τον αυτισμό, και αποτελούν μέρος των στρατηγικών που χρησιμοποιεί το άτομο για να αντεπεξέλθει στον απρόβλεπτο και ελάχιστα κατανοητό κόσμο και να μειώσει τα επίπεδα άγχους του, η χοροθεραπεία μπορεί να φανεί ιδιαίτερα σημαντική. (Parteli, 1995). Επιπλέον, η χοροθεραπεία μπορεί να θεωρηθεί ως ένα εναλλακτικό μέσο επικοινωνίας με τους άλλους, ιδίως για τα παιδιά με αυτισμό που δεν παράγουν λόγο. (Howlin, 1989; Penney, 2002). Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για την έκφραση συναισθημάτων στον αυτισμό που είναι ιδιαίτερα δύσκολη σε λεκτικό επίπεδο.

Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας στη χοροθεραπεία είναι ότι βοηθάει τα άτομα με αυτισμό να γνωρίσουν περισσότερο το σώμα τους μέσω των κινήσεων και της μουσικής (North, 1995). Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η χοροθεραπεία μπορεί να λειτουργήσει θετικά στα άτομα με αυτισμό, όταν εκδηλώνουν αυτοτραυματικές συμπεριφορές. Βέβαια, θα λέγαμε ότι η χοροθεραπεία, όταν εφαρμόζεται σε παιδιά με ΔΕΠΥ και ΔΑΦ, βοηθάει πάρα πολύ στην ενίσχυση των κοινωνικών δεξιοτήτων (Conner, 1998). Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω μειώνει την αυτοαπομόνωση των παιδιών με αυτισμό.

Άρα λοιπόν, η χοροθεραπεία θα πρέπει να θεωρείται αναπόσπαστο κομμάτι στη βελτίωση των παιδιών με ΔΕΠΥ και ΔΑΦ. Είναι μια πολύ καλή μορφή εναλλακτικής θεραπείας. Είναι ένα μέσο ώστε να βοηθήσει τα άτομα αυτά να γνωρίσουν περισσότερο το σώμα τους και συνολικά τον εαυτό τους. Με λίγα λόγια η χοροθεραπεία είναι η γέφυρα προς την αυτογνωσία.

Κωνσταντίνος Μαντζίκος

Νηπιαγωγός Ειδικής Αγωγής (Π.Ε.61)

www.amea-care.gr

0Shares

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *