Δημήτρης Γάκης : Γιατί “μετάπτωση” του κτηματολογίου Δωδεκανήσου στο Εθνικό κτηματολόγιο και όχι “ενσωμάτωση”;

Ελλάδα Δωδεκάνησα

Δημήτρης Γάκης : Γιατί “μετάπτωση” του κτηματολογίου Δωδεκανήσου στο Εθνικό κτηματολόγιο και όχι “ενσωμάτωση”;

Πολύς λόγος έγινε στην συζήτηση του τελευταίου νομοσχεδίου για την περίφημη “μετάπτωση του κτηματολογίου Δωδεκανήσου στο εθνικό κτηματολόγιο”.

Είναι προφανές ότι με τον όρο “μετάπτωση” εννοούμε την χωρίς όρους ενοποίηση των δύο κτηματολογίων, της Δωδεκανήσου και του Εθνικού κτηματολογίου, ενώ με τον όρο “ενσωμάτωση”  το κτηματολόγιο Δωδεκανήσου θα διατηρούσε όλους τους θετικούς όρους που είχε κληρονομήσει.

Ένας από τους θετικούς όρους είναι η πρόβλεψη ύπαρξης μιας ζώνης 12 m μετά τα όρια του αιγιαλού.

Με το ιδιαίτερο καθεστώς που ισχύει για τη χωροθέτηση του αιγιαλού στη Δωδεκάνησο ο αιγιαλός, έξω από τα αστικά κέντρα, ορίζεται ως η χερσαία ζώνη που εκτείνεται μέχρι το όριο του μεγίστου πλην συνήθους χειμερίου κύματος, περιλαμβάνοντας επιπλέον και μια ζώνη πλάτους 12 μέτρων. 

Για αυτή τη ζώνη των 12 m θα πρέπει να ξεκινήσει ένας εποικοδομητικός διάλογος που θα διευθετήσει προς όφελος των τοπικών κοινωνιών και του εθνικού συμφέροντος με σεβασμό στο περιβάλλον, με στόχο να κυριαρχεί η αειφορία στην αναπτυξιακή προοπτική.

Σε αυτό το τρίπτυχο θα πρέπει να δώσουμε μία αξιόπιστη, καινοτόμα και λειτουργική λύση για τα ζητήματα που αφορούν σε ευαίσθητες περιβαλλοντικά και γεωμορφολογικά περιοχές της χώρας μας.

Να προστατεύουμε τον αιγιαλό απέναντι στην αυθαιρεσία και ταυτόχρονα, να δώσουμε στους πολίτες πρόσβαση στον ίδιο τον αιγιαλό.

Να προστατεύσουμε και να αξιοποιήσουμε τον αιγιαλό και όχι να καταργήσουμε την επιπλέον ζώνη των 12 μέτρων, ιδιαίτερα στις νησιωτικές περιοχές, και γιατί όχι να την θεσμοθετήσουμε για το Εθνικό κτηματολόγιο, παρότι στα χρόνια της “τουριστικής ανάπτυξης” η ζώνη αυτή έγινε αντικείμενο υπονόμευσης και αλλοίωσης του φυσικού περιβάλλοντος και μηχανισμός καταπάτησης και αυθαιρεσίας των παραλιών. 

Ο «Αιγιαλός» στη Δωδεκάνησο – ιστορική αναδρομή 

Η ιδιαιτερότητα για τα νησιά της Δωδεκανήσου ξεκινάει από την εποχή της Τουρκοκρατίας. Ο Σουλτάνος της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αφαιρούσε την κυριότητα των γαιών σε κατοίκους των περιοχών που αντιστάθηκαν σε αυτόν, που είναι γνωστές ως δορυάλωτες, δηλαδή, στην περίπτωσή μας, νησιά τα οποία έχουν πολεμήσει εναντίον του και κατακτήθηκαν με πόλεμο. Κατά την Τουρκοκρατία, η αναγνωρισιμότητα της κυριότητας νομής και κατοχής των ακινήτων των φυσικών προσώπων γίνονταν με το λεγόμενο προικοσύμφωνο, στο οποίο εγγράφονταν η θέση, η έκταση, τα στοιχεία των ιδιοκτητών όμορων ακινήτων, καθώς επίσης καθορίζονταν και η λεγόμενη προίκα όπως πολλές φορές η αποδοχή των κληρονομικών δικαιωμάτων και η αναγνώριση διακατοχικών δικαιωμάτων σε τρίτους. Παράλληλα, το Οθωμανικό καθεστώς κατέγραφε τα ακίνητα και υποχρέωνε τους κατοίκους των ακινήτων να δηλώσουν και να αποδίδουν καθορισμένο ποσοστό σε σοδειά ή σε χρηματικό ποσό. Λόγω του υψηλού συντελεστή φορολόγησης και αδυναμίας καταβολής του σχετικού τιμήματος, καθόσον προείχε η επιβίωση των Δωδεκανησίων και των οικογενειών τους, πολλοί δεν προέβαιναν σε σχετική δήλωση, ώστε να αποφύγουν τη φορολόγηση και κατά αυτόν τον τρόπο να εξασφαλίσουν κατά ένα μέρος την επιβίωσή τους και την αποφυγή της υποχρεωτικής στρατιωτικής επιβολής του τιμήματος. Το 1912, με την στρατιωτική εισβολή των Ιταλών και την κατάκτηση των νησιών της Δωδεκανήσου διατηρήθηκε σχεδόν το ίδιο φορολογικό καθεστώς των ακινήτων και της αναγνώρισης της νομής και κατοχής έως την περίοδο του 1922 που ξεκίνησε η κατάρτιση του κτηματολογίου της Δωδεκανήσου. Κατά την κατάρτιση του κτηματολογίου της Δωδεκανήσου, της Ρόδου, της Κω και εν μέρει της Λέρου από τους Ιταλούς κατακτητές, διατηρήθηκαν οι διακρίσεις των ακινήτων σε γαίες ελεύθερης ιδιοκτησίας – μούλκια- ή δημόσιες γαίες – αρζί μιρί – ως κατάλοιπο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Γνωρίζοντας οι Ιταλοί, ωστόσο, την ανεπάρκεια των καταστάσεων δηλωθέντων ακινήτων θεσμοθέτησαν τον Κτηματολογικό Κανονισμό, ο οποίος συμπεριλάμβανε στο μεγαλύτερο μέρος της διαδικασίας εγγραφής των ακινήτων, αναγνωρίζοντας πάσης φύσεως αποδεικτικά στοιχεία, ενώ απαιτούσαν και καταβολή τιμήματος για την εγγραφή τους στους κτηματολογικούς τόμους. Σε πολλές περιπτώσεις, ακίνητα τα οποία εξυπηρετούσαν στρατιωτικές ανάγκες του κατακτητή αποτυπώθηκαν, έλαβαν αριθμό κτηματολογικής μερίδας, αλλά καταγράφηκαν ως δημόσια κτήματα, ενώ άλλα ακίνητα, κυρίως παράκτιων περιοχών, εξαιρέθηκαν της αποτύπωσης και δεν έλαβαν καθόλου αριθμό κτηματολογικής μερίδας. Τα ακίνητα αυτά εξυπηρετούσαν στρατιωτικές ανάγκες των κατακτητών. Με τη συνθήκη απόδοσης των νησιών της Δωδεκανήσου το 1947 και την επακόλουθη Ενσωμάτωση τους στη μητέρα Ελλάδα, το διάταγμα 132/1929 διατηρήθηκε σε ισχύ, ως τοπικό δίκαιο με την εισαγωγή του στη Ελληνική νομοθεσία, με το άρθρο 8 παρ. 2 του ν.510/1947 και συνεχίζει να ισχύει σήμερα, ενώ δεν γίνεται καμία αναφορά για τις προαναφερόμενες εκκρεμότητες. Την περίοδο του 1960 με τη σύσταση της κτηματολογικής υπηρεσίας του Δημοσίου στα Δωδεκάνησα, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της και βάσει της τότε υφιστάμενης νομοθεσίας έγινε καταγραφή στα ακίνητα που δεν είχαν αποτυπωθεί και λάβει κτηματολογικές μερίδες κατά την κατάρτιση των κτηματολογίων Ρόδου και Κω, ενώ τα ακίνητα αυτά ήδη είχαν υφιστάμενες προ πολλών ετών μόνιμες κατοικίες και είχαν χαρακτηριστεί ως αυθαίρετα κτίσματα, διωκόμενα επί δεκαετίες με εξοντωτικά πρόστιμα για τους ιδιοκτήτες. Αυτή την ανισότητα πρέπει να άρουμε το συντομότερο δυνατόν.

Στις 15 Απριλίου 2019 καταθέσαμε πρόταση τροπολογίας για τον αιγιαλό στη Δωδεκάνησο που είναι επίκαιρη και σήμερα και μπορεί να υλοποιηθεί αν υπάρχει πολιτική βούληση για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος από το υπουργείο οικονομικών. Είχα τότε δηλώσει στην ομιλία μου στη Βουλή. https://www.youtube.com/watch?v=h8sZlzYKJrw&feature=youtu.be

“Με την ψήφιση του ν.2971/2001, όπως τροποποιείται από το σχέδιο νόμου που συζητάμε σήμερα, ο αιγιαλός προσδιορίζεται ως η ζώνη της ξηράς που βρέχεται από τη θάλασσα από τις μεγαλύτερες και συνήθεις αναβάσεις του κύματος και ως ουσιώδες στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος, προστατεύεται από την Πολιτεία. Στα Δωδεκάνησα, όμως, ειδικότερα, όπως αναφέρθηκα παραπάνω, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Κτηματολογικού Κανονισμού 132/1929, ορίζεται ότι ο αιγιαλός έξω από τα αστικά κέντρα, είναι η χερσαία εκείνη ζώνη που εκτείνεται από τη θάλασσα μέχρι το όριο του μέγιστου χειμέριου κύματος, αλλά περιλαμβάνει επιπλέον και μία ζώνη πλάτους 12m μέτρων.

Σε αυτή τη ζώνη των κατά 12 μέτρων «προσαύξησης» σε κάποιες περιπτώσεις υπάρχουν νομίμως υφιστάμενα κτήρια, τα οποία είτε προϋπήρχαν του έτους 1948 είτε είναι οικοδομικές μερίδες με κτήρια, κατοικίες πάνω σε αυτές τις κτηματολογικές μερίδες, καταγεγραμμένα στα βιβλία των κτηματολογίων, οι οποίες βρίσκονται διάσπαρτες εντός της ενιαίας κοινόχρηστης κτηματολογικής ζώνης και εμφανίζονται στους κατά τόπους κτηματολογικούς χάρτες που συνέταξαν οι Ιταλοί στη Δωδεκάνησο του 1923. Σήμερα είναι απαραίτητη η αποκατάσταση της ισοτιμίας στη μεταχείριση των πολιτών της Δωδεκανήσου, σε σχέση με τις υπόλοιπες περιοχές της Ελλάδας, αναφορικά με την αντιμετώπιση των κτισμάτων που βρίσκονται σε αυτή τη ζώνη των δώδεκα μέτρων, που είναι προσαύξηση του αιγιαλού, σε σχέση με την υπόλοιπη χώρα. Είναι, επίσης, απαραίτητη αυτή η ρύθμιση για την καλύτερη αξιοποίηση του αιγιαλού και για την ικανοποίηση του γενικού συμφέροντος. Δεν ζητάμε κατάργηση αυτής της ζώνης των 12 μέτρων. Ζητάμε να διατηρηθεί αυτή η ζώνη των 12 μέτρων. Δεν μπορεί, όμως, να παραβλέψει κανείς ότι μέσα σε αυτήν τη ζώνη υπάρχουν ιδιοκτησίες και κτίσματα. Αυτή τη ρύθμιση ζητάμε.

Συζήτησε το Υπουργείο Οικονομικών μία πρόταση, η οποία προήλθε μετά από διαβούλευση με τοπικούς φορείς, την οποία καταθέτω στα Πρακτικά.

Ελπίζω βάσιμα, ότι το Υπουργείο Οικονομικών θα τη λάβει υπόψιν στην επόμενη φάση επεξεργασίας ενός νέου σχεδίου νόμου και της επίλυσης αυτών των σημαντικών για τα νησιά μας προβλημάτων. Λέμε, λοιπόν, για τα νησιά του Νομού Δωδεκανήσου και για τις εκτός σχεδίου περιοχές κατά τη διαδικασία χάραξης των ορίων του αιγιαλού και κατά εφαρμογή του άρθρου 3 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου 132/1929 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το ν.510/1947, όπου γίνεται προσαύξηση του χειμέριου κύματος κατά δώδεκα μέτρα και αυστηρά μέσα σε αυτήν τις δωδεκάμετρη ζώνη και όχι στη συνήθη ανάβαση του χειμέριου κύματος, να εξαιρούνται τα κτήρια τα οποία προϋφίστανται του 1948, βασισμένοι στις αεροφωτογραφίες αντίστοιχου έτους, καθώς επίσης και οι μερίδες οικοδομών που είναι καταγεγραμμένες στα βιβλία των κτηματολογικών γραφείων Ρόδου και Κω ως μερίδες οικοδομών.

Νομίζω πως αυτό είναι ένα δίκαιο αίτημα των κατοίκων, αλλά και μια αποκατάσταση της ισονομίας, ώστε να μπορέσουμε να προχωρήσουμε στην οριστική λύση του προβλήματος που υπάρχει στα ζητήματα του αιγιαλού στη Δωδεκάνησο.”

Ρόδος 29-5-2022

Δημήτρης Γάκης

Πρωην Βουλευτής Δωδεκανήσου

ΣΥΡΙΖΑ

0Shares

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *